ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Τό θέατρο καί οἱ θεατρίνοι

                               «μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί·

ἀφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αὐτῶν...»  (Ματθ. στ', 16)

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Ἐρχόμενος ὁ Κύριος στόν κόσμο βρῆκε μιά διεστραμμένη θρησκευτική κατάσταση. Ὅλη ἡ λατρεία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου εἶχε μεταβληθῆ σ᾿ ἕνα δημόσιο θέαμα. Ἐκινεῖτο στήν περιφέρεια. Παντοῦ ὑπῆρχε ἡ ὑποκρισία. Ὁ ἄνθρωπος καί στήν σχέση του ἀκόμη πρός τόν Θεό ἦταν ἀνθρωποκεντρικός καί ὑποκριτής. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ δικαιοσύνη ἦταν μέσα προβολῆς τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀρρωστημένου ἀνθρώπου. Ἀντί ὁ ἄνθρωπος νά λατρεύη τόν Θεό, λάτρευε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Προσπαθοῦσε νά φθάση στόν Θεό μέσα ἀπό τό ἐγώ του καί τά πάθη του. Ἀγνοοῦσε ὅτι ἡ θέωση ἔρχεται διά τῆς μακαρίας ταπεινώσεως, διά τῆς μετα­μορφώσεώς του.

Ὁ Χριστός, θεραπεύοντας αὐτήν τήν νοσηρά κατάσταση πού ἦταν δαιμονιώδης, τήν μετέθεσε ἀπό τήν περιφέρεια στό βάθος. Δίδαξε ὅτι ὅλα πρέπει νά γίνωνται «ἐν τῶ κρυπτῷ». Θά ἀναφερθοῦμε λίγο στήν ὑποκρισία καί τούς ὑποκριτές.

Ὑποκρισία εἶναι ἡ ἐπιτήδευση τῆς ἀρετῆς καί τῆς εὐσεβοῦς ζωῆς. Ἡ ἀνυπαρξία τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, τῆς πραγματικῆς εὐσεβείας, κρύπτεται μέ τά ἐξωτερικά σχήματα τῆς εὐσεβείας. Γι᾿ αὐτό ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα θέατρο χειρίστης μορφῆς καί οἱ ὑποκριτές εἶναι θεατρίνοι. Κατά περιστάσεις ὑποδύονται διαφόρους ρόλους «ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. στ', 16).

Ἡ ὑποκρισία, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, εἶναι προσποίηση τῆς φιλίας, μίσος κεκαλυμμένο σέ σχῆμα φιλίας, ἔχθρα πού ἐκδηλώνεται ὡς εὔνοια, φθόνος πού μιμεῖται τόν χαρακτήρα τῆς ἀγάπης. Ὑποκρισία εἶναι ὁ πλασματικός καί ὄχι πραγματικός βίος τῆς ἀρετῆς, ἡ προσποίηση τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἀπάτη πού ἔχει τήν μόρφωση τῆς ἀληθείας.

Μέ ἄλλα λόγια ὅταν ἕνα πάθος ἐνδύεται τήν ἀντίστοιχη ἀρετή γιά νά «κυκλοφορήση» μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, αὐτό λέγεται ὑποκρισία. Αὐτή ἡ κατάσταση κάνει τόν ἄνθρωπο νά φορᾶ ἕνα προσωπεῖο, μιά προσωπίδα. Καί, ὅπως τονίσαμε προηγουμένως, αὐτή ἡ φρικτή κατάσταση γίνεται στήν προσπάθεια νά προβληθῆ τό ἀρρωστημένο καί θεοποιημένο «ἐγώ». Ἑπομένως, στήν πραγματικότητα, εἶναι λατρεία τοῦ ἐγώ πού καταντᾶ σέ καταδίκη τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶναι γνωστά τά «οὐαί» πού ἀπηύθυνε ὁ Χριστός ἐναντίον τῶν Φαρισαίων, τῶν κατ᾿ ἐξοχήν ἐκφραστῶν τῆς ὑποκρισίας. Ὁ Χριστός χρησιμοποίησε μιά πολύ ρεαλιστική εἰκόνα γιά νά παρουσιάση τήν σχιζοφρενική κατάσταση τῶν ὑποκριτῶν. Εἶπε ὅτι οἱ ὑποκριτές ὁμοιάζουν μέ τούς τάφους, οἱ ὁποῖοι «ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας». Ἔτσι καί οἱ Φαρισαῖοι. Ὁ Χριστός εἶπε στούς Φαρισαίους: «ἔξωθεν μέν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δέ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καί ἀνομίας» (Ματθ. κγ' 27, 28). Οἱ Φαρισαῖοι ἦταν θεατρίνοι. Ἀνέβαιναν στήν θρησκευτική σκηνή τῆς ἐποχῆς τους ἄλλοτε διατυμπανίζοντας ἕνα καλό πού ἔκαναν, ἀμφιβόλου προελεύσεως, ἄλλοτε προσπαθώντας νά φανοῦν στούς ἀνθρώπους δίκαιοι, ἐνῶ ἦταν ἄδικοι. Ὅμως, γιά νά εἴμαστε ἀληθινοί πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἡ ὑποκρισία ἦταν γνώρισμα καί ἀσθένεια ὅλης τῆς ἐποχῆς, ἀφοῦ καί ὁ λαός διακρίνονταν γιά τήν ἀσθένεια αὐτή (Λουκ. ιβ', 56).

Δυστυχῶς, ἡ ὑποκρισία δέν εἶναι προϊόν μόνον τῆς πρό Χριστοῦ ἐποχῆς. Ὑπάρχει καί σήμερα καί εἶναι δυστύχημα πού ἐκδηλώνεται καί μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πού ἀκολουθοῦν τόν Χριστό. Ἄν εἰλικρινά ἐξετάσουμε τόν ἑαυτό μας θά διαπιστώσουμε ὅτι σέ πολλές ἐκδηλώσεις μας εἴμαστε θεατρίνοι καί παίζουμε διαρκῶς θέατρο.

Παίζουμε θέατρο, ὅταν μέ τόν τρόπο τῆς προσευχῆς καί τῆς ἐν γένει λατρευτικῆς ζωῆς ἐπιδιώκουμε νά προσελκύσουμε τήν προσοχή τῶν ἄλλων καί τό χειρότερο ἐπιδιώκουμε νά φανοῦμε ὅτι εἴμαστε καλοί Χριστιανοί μέ τό σεμνό σχῆμα καί τό παραπέτασμα τῆς κατηφείας κρύπτουμε «τήν ἐνυπάρχουσαν θρασύτητα» καί «τά τῆς ψυχῆς αἴσχη, ὅπως γράφει ὁ ὅσιος Νεῖλος. Παίζουμε θέατρο, ὅταν κοπτόμαστε γιά τήν δικαιοσύνη καί τήν ἰσότητα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἴμαστε οἱ πιό ἄδικοι. Παίζουμε θέατρο, ὅταν παρουσιαζόμαστε ὅτι ἐνδιαφερόμαστε γιά τούς ἄλλους καί θυσιαζόμαστε γι᾿ αὐτούς, ἐνῶ ἐπιδιώκουμε τήν ἐκμετάλλευση κάθε καταστάσεως. Παίζουμε θέατρο, ὅταν κάνουμε τόν δυστυχισμένο, τόν λυπημένο, τόν περιφρονημένο, γιά νά δημιουργήσουμε ἀνάλογες ἐντυπώσεις καί νά ἀποσπάσουμε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἄλλων. Παίζουμε θέατρο παντοῦ καί πάντα. Στό σπίτι, στήν κοινωνία, στήν Ἐκκλησία.

Ὁ ὑποκριτής εἶναι σχιζοφρενής. Ἄλλα πιστεύει καί ἄλλα πράττει. Ἄλλος εἶναι καί ἄλλος φαίνεται. Φανερώνει, ἔτσι, τήν διχασμένη καί ἀλλοτριωμένη προσωπικότητά του, ἀφοῦ ἐκδηλώνει μέ τήν ζωή του τήν διάσπαση μεταξύ τῆς ὑπάρξεως καί τῆς φανερώσεως, τοῦ εἶναι καί τοῦ φαίνεσθαι. Ὁ ὑποκριτής ἐπιδιώκει διαρκῶς νά δείχνη αὐτό πού δέν εἶναι καί αὐτό τόν κάνει ἀγχώδη, νευρικό καί νευρωτικό, μέ ἕνα λόγο ἄρρωστο. Ὁ ἴδιος βασανίζεται ἐσωτερικά. Ἀργά ἤ γρήγορα γίνεται ἀντιληπτή αὐτή ἡ σχιζοφρενική κατάσταση καί αὐτή ἡ ἀνακάλυψη αὐξάνει τό πρόβλημά του.

Πολλοί ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ σχιζοφρένεια εἶναι δείγμα ὅλου τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια, ἀφοῦ ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν ὑποκριτικός.

Πρέπει νά γίνουμε ἁπλοί ἄνθρωποι. Νά ἀποφεύγουμε τήν ἐπιτήδευση. Νά φαινόμαστε αὐτό πού εἴμαστε. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος παραγγέλλει: «ἀποθέμενοι οὖν πᾶσαν κακίαν, καί πάντα δόλον καί ὑποκρίσεις» (Α' Πέτρ. β', 1). Ἡ ὑποκρισία εἶναι γέννημα τῆς ὑπερηφανείας. Ἡ ἁπλότητα εἶναι γέννημα τῆς ταπεινώσεως. Ὅταν κανείς ἐπιδιώκη τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη, τότε ἑνοποιεῖται ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά. Ἀποβάλλει ὅλες τίς μάσκες καί γίνεται ἀληθινός ἄνθρωπος.

Ὁ Τοποτηρητής  Μητροπολίτης

+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

Εκτύπωση