ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Ἀσωτία καί ζωή
«οὗτος ὁ υἱός μου νεκρός ἦν καί ἀνέζησε» (Λουκ. ιε', 24)
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ὁ Χριστός μέ τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ δέν θέλει νά περιγράψη τήν ζωή τῆς ἀσωτίας ἁπλῶς, ἀφοῦ ἡ ἀναφορά της γίνεται μέ δύο μόνον λέξεις («ζῶν ἀσώτως») ἐνῶ τό βάρος πέφτει στήν ἐπιστροφή του, ἀλλά ἀφ᾿ ἑνός μέν θέλει νά παρουσιάση τίς συνέπειες πού δημιούργησε στόν νεώτερο υἱό ἡ ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν πατρική οἰκία, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ τήν μεγάλη καί ὑπερβάλλουσα ἀγάπη πού ἔδειξε ὁ πατέρας στόν ἐπιστρέψαντα υἱό.
Ἔτσι ἑρμήνευσαν τήν παραβολή οἱ θεοφόροι καί πνευματέμφοροι Πατέρες, σέ ἀντίθεση μέ ἄλλους σημερινούς πού τήν ἑρμηνεύουν λογοτεχνικά ἤ ἠθικολογικά. Γιά μᾶς, καί γενικά γιά ὅλους τούς Ὀρθοδόξους, μεγάλη σημασία δέν ἔχει τί λέγει ὁ ἕνας καί ὁ ἄλλος, ἀλλά τί λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, πού ἔχουν φθάσει στήν θέα τοῦ Θεοῦ.
Μέ τίς σκέψεις πού θά ἀκολουθήσουν θά προσπαθήσουμε νά δοῦμε τρεῖς πατερικές ἑρμηνεῖες, πού θά μᾶς βοηθήσουν νά εἰσέλθουμε στό βαθύτερο νόημα τῆς παραβολῆς καί νά βροῦμε τόν ἑαυτό μας.
Πρώτη ἑρμηνεία. Ὁ ἄσωτος υἱός ὅταν ἦταν ἔξω ἀπό τήν οἰκία του καί τήν πατρική του ἀγάπη, ἦταν νεκρός. Ὅμως, ἀπήλαυσε τήν ζωή μέ τήν ἐπιστροφή του στόν Πατέρα. Αὐτή τήν ἔννοια ἔχουν οἱ λόγοι τοῦ εὐσπλάγχνου πατρός: «οὗτος ὁ υἱός μου νεκρός ἦν καί ἀνέζησε...» (Λουκ. ιε', 24). Αὐτό δείχνει ὅτι ἡ ζωή ἔξω ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ὁ Πατέρας μας εἶναι πνευματική νέκρωση. Ὁ Θεός εἶναι ἡ ἐνυπόστατη Ζωή. Ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό Αὐτόν εἶναι νεκρός κατά Χάριν, ἔστω κι ἄν ζῆ σωματικά καί κατέχη μεγάλη κοινωνική θέση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης διδάσκει ὅτι «οὐ γάρ ἀληθῶς ζῆ ὁ τήν ἀληθῆ μή ἔχων ζωήν· τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ζωή οὐκ ἀληθῶς ἔστιν ὅ λέγεται, ἀλλ᾿ ὀνομάζεται μόνον».
Γενικά, οἱ ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν, ὅτι, ὅπως ὅταν φύγη ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, τό σῶμα νεκρώνεται καί ἀναδίδεται δυσοσμία, δείγμα ὅτι στερεῖται τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτό καί ἐνταφιάζεται τό σῶμα, ὅσο ἀγαπητός καί ἄν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι καί ὅταν φύγη ἀπό τήν ψυχή τό Πανάγιο Πνεῦμα, πού εἶναι ἡ ψυχή τῆς ψυχῆς μας, ὁ νοῦς τοῦ νοός μας, ἡ ζωή τῆς ζωῆς μας, τότε ἡ ψυχή νεκρώνεται καί ἀναδίδει τήν δυσοσμία τοῦ θανάτου. Ἔτσι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Εἶναι μιά πραγματική κατάσταση καί ὄχι μιά ἁπλῆ ψυχολογική σύγκρουση ἤ ἕνα ἠθικολογικό γεγονός. Ὅταν ὅμως ὁ νεκρός ἄνθρωπος ἐπιστρέψη στόν Πατέρα, τότε ζῆ τήν ἀληθινή ζωή καί γεύεται τήν πραγματική εὐτυχία καί μακαριότητα.
Δεύτερη ἑρηνεία. Ἄσωτος ἦταν ὁ Ἀδάμ καί οἱ ἀπόγονοί του, ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τόν Θεό, ἀπέβαλαν μέ τήν ἁμαρτία τόν χιτώνα τῆς θείας Χάριτος καί φόρεσαν τόν δερμάτινο χιτώνα τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητος. Ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος τήν δωρεά τῆς δυνατότητος τῆς θεώσεως καί προτίμησε τήν ἄσωτη ζωή. Ἀπώλεσε τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Ὅλη ἡ ζωή ἔξω ἀπό τόν Θεό εἶναι ἀσωτία.
Ἦλθε ὅμως ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός καί μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἔδωσε στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα νά ἐπιστρέψη στήν οἰκία, δηλαδή στόν Ἐκκλησία. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ὁ πατέρας γεμάτος ἀγάπη ἀνοίγει τίς ἀγκάλες Του καί τοῦ δίνει τόν ἀσπασμό τῆς εἰρήνης· τόν εἰσάγει στήν οἰκία δηλαδή στήν Ἐκκλησία· τοῦ δίνει τό δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας· τοῦ φορεῖ διά τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος τήν στολή τήν πρώτη, τήν στολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐνδυόμαστε τό Ἅγιο Πνεῦμα ὄχι ὅπως ἐνδυόμαστε τό ἱμάτιο, ἀλλά ὅπως ὁ σίδηρος τό πῦρ. Ἀκόμη ὁ Πατήρ θύει μέ τήν θεία Εὐχαριστία, τόν μόσχο τόν σιτευτό, τοῦ προσφέρει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ, «τοῦ αἵροντος τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Ζῶντας δέ στήν ἁγία Ἐκκλησία, στήν οἰκία τοῦ Πατρός, ὁ ἄνθρωπος πανηγυρίζει καί εὐφραίνεται, γιατί σέ αὐτήν «κοινή τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων συγκροτεῖται πανήγυρις, μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία». Μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «τό τερπνόν καί μακάριον ἐνηχεῖ μέλος, τό ἀγγελικόν ἆσμα».
Ἔτσι, μέσα στήν Ἐκκλησία αἰσθανόμαστε ἄνετα καί βιώνουμε τήν πραγματική καί φυσική ζωή. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ ὁμοούσιος καί ζωοποιός Ἁγία Τριάς καλεῖ τόν ἄσωτο υἱό καί τόν ζωοποιεῖ. Στήν Ἐκκλησία ζοῦμε τήν ἀναξιότητά μας, ἀλλά καί τήν μεγαλόδωρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος Θεός μᾶς καταδέχεται. Νοιώθουμε καλά ὅτι ἡ αἰτία τῆς καταδίκης μας δέν εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλά ἡ ἄρνηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄνθρωποι πού μετανοοῦν καί βιώνουν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι στέρηση ζωῆς, ἀλλά πλησμονή ζωῆς. Δέν εἶναι ἀπουσία ἀγάπης, ἀλλά περίσσεια ἀγάπης.
Τρίτη ἑρμηνεία. Ὁ ἄσωτος υἱός τῆς παραβολῆς ἐκφράζει ἄριστα, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τόν ἄσωτο νοῦ. Δηλαδή, ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐξέρχεται ἀπό τήν καρδιά καί ἀπό τήν διαρκῆ μνήμη τοῦ Θεοῦ καί στρέφεται ἁμαρτωλά καί αἰσθησιακά στήν κτίση, ὅταν «σκορπίζεται σέ ἐπιθυμία τροφῶν ὄχι ἀναγκαίων, σέ ἐπιθυμία σωμάτων ὄχι σεμνῶν καί σέ ἐπιθυμία χρημάτων ὄχι εὐχρήστων καί σέ ἐπιθυμία κενῆς καί ἀδόξου δόξης», τότε εἶναι στήν κυριολεξία ἄσωτος.
Ἡ καρδιά, κατά τήν Βιβλικοπατερική Παράδοση, εἶναι ἡ οἰκία ὅπου ὁ νοῦς διαμένει μέ τόν Θεό. Ἐκεῖ γίνεται μιά συνεχής καί ἀέναη προσευχή. Φεύγοντας ὁ νοῦς ἀπό τήν καρδιά σκορπᾶ ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ. Κατά τούς ἁγίους Πατέρες «νοῦς ἀποστάς τοῦ Θεοῦ ἤ κτηνώδης γίνεται ἤ δαιμονιώδης», δηλαδή ὅταν ὁ νοῦς ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό γίνεται σάν τά ζῶα μέ τά πάθη ἤ σάν τούς δαίμονες μέ τήν ὑπερηφάνεια. Γι᾿ αὐτό, ἡ ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά καί ἡ ἀπόκτηση τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ ζωοποιεῖ τόν νεκρό νοῦ, ἀφοῦ φωτίζεται ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ζωή χωρίς προσευχή εἶναι ἀσωτία, καί ζωή μέ προσευχή εἶναι ὄντως ζωή.
Οἱ τρεῖς αὐτές ἑμηνεῖες συνδέονται μεταξύ τους καί σημαίνουν ὅτι ὁ πνευματικός θάνατος, ἡ νέκρωση εἶναι ἀσωτία, ἐνῶ ἡ ἀφθαρσία, ἡ ἀθανασία, ἡ ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι καρποί μετανοίας καί μεθέξεως τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό ἄς μοιάσουμε, ὅπως λέγη ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μέ τόν ἄσωτο υἱό, πού δέν ἦταν ἄσωτος μόνον στήν ἁμαρτία, ἀλλά καί στήν μετάνοια, γιά νά ἀποκαταστήσουμε τήν ζωή μας στό πρωτόκτιστο κάλλος μέ τό ὁποῖο τήν στόλισε ὁ Δημιουργός.
Ὁ Τοποτηρητής Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος







