
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Παιδιά μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπημένα,
Ἡ προσωπικότητα τῆς σημερινῆς πρωταγωνίστριας τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι μοναδική. Πρόκειται γιὰ τὴν Σαμαρείτιδα· μιὰ γυναῖκα, ἡ ὁποία γίνεται αἰτία νὰ γνωρίσουμε σήμερα τὸν Χριστό, ὄχι μόνον ὡς θεῖο διδάσκαλο ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνατροπέα. Πράγματι, στὴν σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπή, ὁ Κύριός μας ἀνατρέπει ὅλα τὰ κοινωνικὰ στερεότυπα, ὅλες τὶς ἀγκυλώσεις τῆς κοινωνίας μέσα στὴν ὁποία ἔζησε καὶ ἀποκαλύπτει τὸν πυρῆνα τῆς κοσμοσωτήριας ἀποστολῆς Του σὲ ἕνα πρόσωπο ποὺ ζοῦσε στὸ περιθώριο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.
Ὅσο ὁ Χριστὸς μιλᾶ στὴν Σαμαρείτιδα, ἐμφανίζονται οἱ μαθητές. Ἀντιλαμβάνονται τὸν διάλογο μεταξύ τους καί, ὡς μέλη τῆς τότε πατριαρχικῆς ἑβραϊκῆς κοινωνίας, σκανδαλίζονται ἀπὸ τὴν συνομιλία τοῦ Διδασκάλου τους μὲ μιὰ γυναῖκα.
Τὸ ὅτι εἶναι γυναῖκα, ὅμως, δὲν ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ σκάνδαλο. Πρόκειται γιὰ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα, οὐσιαστικὰ ἀλλοεθνῆ, στὰ ὅρια τῆς ἀλλόθρησκης, προερχόμενη ἀπὸ μιὰ φυλὴ ἀπεχθῆ καὶ μιασμένη γιὰ κάθε Ἑβραῖο. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερο σκάνδαλο.
Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἕνα τρίτο: αὐτὴ ἡ σαμαρείτιδα γυναῖκα εἶναι ἁμαρτωλή. Ἡ ἐναλλαγὴ τῶν συντρόφων της, ποὺ ὁ Κύριος τῆς ἐπισημαίνει, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀποτελοῦσε σκάνδαλο γιὰ Ἑβραίους καὶ Σαμαρεῖτες, ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε τυπικό θρησκευόμενο κάθε ἐποχῆς.
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ συζήτηση στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο προκαλεῖ δύο συναισθήματα, τὰ ὁποῖα ἰδιαίτερα μᾶς συγκινοῦν ἀλλὰ καὶ μᾶς παραδειγματίζουν. Ἀπὸ τὴν μιά, ὁ Κύριος τῆς μιλᾶ μὲ διακριτικότητα, εὐγένεια καὶ ὁλοφάνερη πατρικὴ φροντίδα καὶ ἀγάπη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ Σαμαρείτιδα ἀποδέχεται τὰ λόγια του μὲ παιδικὴ ἁγνότητα, χωρὶς καχυποψία καὶ δισταγμό. Ἡ συμπεριφορά της θυμίζει τά λόγια τοῦ Ἰησοῦ: «Σᾶς βεβαιώνω πὼς ἂν δὲν ἀλλάξετε κι ἂν δὲ γίνετε σὰν τὰ παιδιά, δὲ θὰ μπεῖτε στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Μτθ 18:3).
Πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ τὸ εἶδος τῆς σχέσεως ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναπτύξουμε μαζί Του, ἀνεξαρτήτως ἡλικίας. Ἡ σχέση αὐτὴ ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ τὶς ἐντυπωσιακότερες ἀλλαγὲς ποὺ ἔφερε στὴν ἀνθρωπότητα τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸν αὐστηρὸ ἐπουράνιο Κριτὴ καὶ πανίσχυρο Παντοκράτορα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦρθε, μέσα ἀπὸ τὸν λόγο καὶ τὶς ὑποδείξεις τοῦ Κυρίου μας, νὰ ἀντικαταστήσει «ὁ ἐν οὐρανοῖς» τρυφερὸς Πατέρας, ὁ πάντα ἕτοιμος νὰ συντρέξει, νὰ καθοδηγήσει καὶ νὰ συγχωρέσει ὅλους ἐμᾶς, τοὺς υἱοὺς καὶ τὶς θυγατέρες Του. Τὴν σχέση αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἐπηρεάσει τίποτε: οὔτε φυλή, οὔτε φῦλο, οὔτε χρῶμα, οὔτε κοινωνικὸς ρόλος, οὔτε ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ ἐμᾶς ἡ κοινωνία, οὔτε κἂν τὰ προηγούμενα ἁμαρτήματά μας. Γιὰ τὸν Θεό, εἴμαστε διαρκῶς τὰ παιδιά Του, τῶν ὁποίων περιμένει τὴν ἐπιστροφὴ στὸ πατρικό τους σπίτι.
Δὲν εἶναι λοιπὸν τυχαῖο πώς, σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, λίγο πρὶν τὴν Θεία Κοινωνία, καλούμαστε νὰ ἀπευθυνθοῦμε στὸν Θεὸ Πατέρα. Τί προηγεῖται ὅμως;
Ἤδη, τὰ ἁγιασμένα Τίμια Δῶρα βρίσκονται πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχουν ἤδη μεταβληθεῖ σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Ἔχουμε ἤδη ζητήσει ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μᾶς χαρίσει προστασία, φώτιση, μετάνοια καὶ χριστιανικὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας. Ἐπίσης Τοῦ ἔχουμε ζητήσει νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν πνευματικὴ εὐωδία τοῦ μυστηρίου ποὺ ἐπιτελεῖται ἐνώπιόν μας, καὶ νὰ μᾶς ἀποστείλει τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθὼς ἐμεῖς τοῦ παραδίδουμε ὁλόκληρη τὴνζωή μας. Αὐτὸ ἀναφέρει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ὁ ἱερέας: «Σὲ σένα, Δέσποτα φιλάνθρωπε, ἐμπιστευόμαστε κι ἀφήνουμε ὅλη μᾶς τὴν ζῶὴ καὶ τὴν ἐλπίδα, καὶ σὲ παρακαλοῦμε καὶ δεόμαστε καὶ ἱκετεύομε. Ἀξίωσέ μας νὰ μεταλάβωμε τὰ ἐπουράνια καὶ φρὶκτὰ μυστήρια αὐτῆς τῆς ἱερῆς καὶ πνευματικῆς τράπεζας μὲ καθαρὴ συνείδηση, γιὰ νὰ μᾶς χαριστοῦν οἱ ἁμαρτίες, γιὰ νὰ μᾶς συγχωρεθοῦν τὰ σφάλματα, γιὰ νά ἔχουμε μαζὶ μᾶς τὸ Ἅγιὸ Πνεῦμα, γιὰ νὰ κληρονομήσουμε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιὰ νά ἔχουμε παρρησία ἐνώπιόν σου, καί ὄχι γιὰ νὰ ἁμαρτήσουμε καὶ νὰ κατακριθοῦμε».
Ἡ τελευταία φράση τῆς δεήσεως αὐτῆς ἀξίζει τὴν προσοχή μας: Ὑπάρχει περίπτωση, τὰ ἐπουράνια καὶ φρικτὰ μυστήρια ποὺ σὲ λίγο θὰ μᾶς προσφερθοῦν, νὰ ἀποτελέσουν πηγή, ὄχι σωτηρίας, ἀλλὰ καταδίκης; Ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, μόνον σὲ περίπτωση ποὺ προσερχόμαστε στὴν Θεία Κοινωνία χωρὶς τὴν ἀνάλογη προετοιμασία, δηλαδὴ χωρὶς καρδιακὴ συντριβὴ γιὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, χωρὶς μετάνοια, ἡ ὁποία θὰ προέλθει ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐξομολόγηση καί, κυρίως, χωρὶς συναίσθηση καὶ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ συγκαταβαίνει στὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀποτυχία μας.
Καὶ τώρα, μὲ τὰ λόγια του Ἱερέα, φτάνουμε στὴν στιγμὴ νὰ ἀπευθυνθοῦμε στὸν Πατέρα μας: «Καὶ καταξίωσέ μας, Δέσποτα, μὲ θάρρος καί χωρίς κατάκριση νὰ τολμᾶμε νὰ ἐπικαλούμαστε ἐσένα τὸν ἐπουράνιο Θεό, Πατέρα».
Ἀλήθεια, πῶς νὰ τοῦ μιλήσουμε; Ποιές λέξεις νὰ χρησιμοποιήσουμε; Ἀπάντηση σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἀποτελεῖ ἡ Κυριακὴ Προσευχή, τὸ «Πάτερ ἡμῶν», ἡ μοναδικὴ προσευχὴ ποὺ ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς δίδαξε κατὰ λέξιν καὶ μᾶς παρήγγειλε: «Ἔτσι νὰ προσεύχεσθε» (Μτθ. 6:9): «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον· καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενὲγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Ὅτί σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πὰτρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τὸὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Καὶ μόνον ἀπὸ τὴν πρώτη λέξη, τὴν λέξη «Πάτερ», γίνεται ἀπόλυτα σαφὴς ἡ ἐπιθυμία τοῦ Χριστοῦ νὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σὰν παιδιὰ πρὸς πατέρα. Αὐτὴ ἡ πατρικὴ σχέση κάνει ὅλα τὰ αἰτήματα τῆς προσευχῆς νὰ παίρνουν ἕνα ἄλλο νόημα.
Μὲ τὸ «ἀγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου», πρῶτα ὑμνοῦμε τὸ ἅγιο ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
Μὲ τὸ «ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου» ἐκφράζουμε τὸν πόθο μας νὰ μεταβληθεῖ ὅλος ὁ κόσμος σὲ δική Του βασιλεία.
Μὲ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» ἀποκαλύπτουμε τὴν προθυμία μας νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ δικό Του καὶ ὄχι τὸ δικό μας θέλημα σὲ ὅλη μας τὴν ζωή.
Καὶ τώρα άκολουθεῖ ἡ ὥρα τῶν αἰτημάτων. Πρῶτα, Τὸν παρακαλοῦμε γιὰ τὸ καθημερινό μας ψωμί, τὸν «ἐπιούσιον ἄρτον», τὸν ὁποῖο, πολλοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας συνδέουν μὲ τὸν ἁγιασμένο ἄρτο, ποὺ σὲ λίγο θὰ μᾶς προσφερθεῖ ὡς Σῶμα Χριστοῦ.
Κατόπιν, Τοῦ ζητοῦμε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων μας, καὶ μάλιστα, γινόμαστε ἐμεῖς οἱ πρωταγωνιστὲς αὐτῆς τῆς ἀφέσεως, ἀφοῦ ποθοῦμε νὰ μᾶς συγχωρέσει «ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Καὶ τέλος, μὲ τὸ «μὴ εἰσενὲγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ», στεκόμαστε εὐλαβικὰ ἐνώπιόν Του, ὁμολογοῦμε τὶς λίγες μας δυνάμεις καὶ τὴν μειωμένη ἀποφασιστικότητά μας καὶ καλοῦμε Ἐκεῖνον νὰ μᾶς προφυλάξει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, στοὺς ὁποίους εἴμαστε ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ἐπιρρεπεῖς νὰ ὑποκύψουμε.
Ἀδελφοί μου,
Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνᾶμε τὴν ἄβυσσο ποὺ χωρίζει τὴν παθητή ἀνθρώπινη φύση μας ἀπὸ τὴν ἀπαθῆ Θεότητα. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ ἀναπέμπεται μὲ βαθιὰ εὐσέβεια καὶ φόβο Θεοῦ. Δὲν πρέπει ὅμως, ἐπίσης, νὰ ξεχνᾶμε καὶ τὴν δική Του πατρικὴ τρυφερότητα, μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπισκεφτεῖ καὶ νὰ ζεστάνει τὴν καρδιά μας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ ἀναπέμπεται μὲ θάρρος καὶ βεβαιότητα πὼς ὁ Θεὸς Πατέρας μας βρίσκεται πάντα ἕτοιμος νὰ τὴν εἰσακούσει.
Κάθε φράση, κάθε λέξη τοῦ «Πάτερ ἡμῶν» καλεῖ τὴν καρδιά μας νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἁγνότητα, τὴν καθαρότητα καὶ τὴν προσδοκία τοῦ μικροῦ παιδιοῦ ποὺ περιμένει μὲ ἀνυπομονησία καὶ χτυποκάρδι νὰ συναντήσει τὸν ἀγαπημένο τοῦ πατέρα. Ἂς ἀπαλλαγοῦμε, λοιπόν, ἀπὸ κάθε μολυσμὸ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ ἂς βρεθοῦμε ἄξιοι νὰ ἑνωθοῦμε μὲ Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν δίστασε νὰ κατέβει ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς θεϊκῆς Του δόξας στὸν Ἅδη, προκειμένου νὰ ἑνωθεῖ ξανὰ μὲ τὰ ἀγαπημένα του παιδιά. Ἐμεῖς εἴμαστε τὰ παιδιά του, ποὺ περιμένουν νὰ κοινωνήσουν σὲ λίγο τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Τοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον». Ἀμήν.
Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ







